πιπλῶ

πιπλῶ
πίμπλημι
fill
pres subj act 1st sg (attic epic doric)
πίμπλημι
fill
pres imperat mp 2nd sg
πίμπλημι
fill
pres subj act 1st sg (attic epic ionic)
πίμπλημι
fill
pres ind act 1st sg (attic epic ionic)
πίμπλημι
fill
pres subj act 1st sg (attic epic doric ionic)
πίμπλημι
fill
pres ind act 1st sg (attic epic doric ionic)
πίμπλημι
fill
imperf ind mp 2nd sg (homeric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • πίμπλημι — και πίπλημι και πίπλω και πιμπλάω και πιμπλέω και πιμπλάνομαι, ΜΑ 1. πληρώ, γεμίζω με κάτι (α. «τράπεζαν ἀμβροσίης πλήσασα», Ομ. Οδ. β. «δακρύοισι... Ἑλλάδ ἅπασαν ἔπλησε», Ευρ.) 2. γεμίζω το στόμα μου ή την κοιλιά μου, χορταίνω («οὗτος μὲν οὐδ αν …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”